Στις 18 Σεπτεμβρίου 1989, στο γυμνάσιο Gabriel Havez de Creil τρείς μαθήτριες μουσουλμανικών πεποιθήσεων αποβλήθηκαν από το σχολείο καθώς αρνήθηκαν να αφαιρέσουν την μαντίλα στο μάθημα.
Η διοίκηση του σχολείου θεώρησε πως η χρήση της μαντίλας προσέβαλε τον «κοσμικό» χαρακτήρα του δημοσίου σχολείου της Γαλλίας και την ουδετερότητα που το διέπει διαχωρίζοντάς το από τη θρησκεία. Αρχικά υπήρξε ένας προσωρινός συμβιβασμός και συμφωνήθηκε τα κορίτσια να αφαιρούν τη μαντίλα κατά την είσοδό τους στη τάξη. Έναν μήνα αργότερα οι νεαρές έπαψαν να υποκύπτουν στο συμβιβασμό αυτό με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος αποβολών. Κάπου εκεί γεννήθηκε και η «υπόθεση του φουλαριού» που διχάζει μέχρι και σήμερα τη γαλλική-και όχι μόνο- κοινότητα. Ενεπλάκησαν το Συμβούλιο της Επικρατείας, επιτροπές, νομολογίες, πρόεδροι, υπουργοί Παιδείας για να φτάσουμε με ουκ ολίγα παρεμφερή περιστατικά στο Μάρτιο του 2004 όπου οι διεθνείς αλλά και κοινωνικές εξελίξεις έφεραν στο προσκήνιο και πάλι την υπόθεση της μαντίλας και μαζί με αυτή ένα γενικότερο προβληματισμό περί θρησκευτικών και κοινωνικών θεμάτων.
Ειδικότερα, μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη απλώθηκε στο Δυτικό Κόσμο ένα πέπλο «Ισλαμοφοβίας» που έπληξε κυρίως τις χώρες που φιλοξενούν μεγάλα ποσοστά μουσουλμάνων μεταναστών όπως η Γαλλία (4.000.000 μουσουλμάνοι υπήκοοι). Στο όνομα της ομαλής ενσωμάτωσης των μεταναστών, της ισότητας των πολιτών και της αρχής του ρητού διαχωρισμού Κράτους και Εκκλησίας που διέπει την γαλλική κοινωνία ψηφίστηκε το 2010 ο νόμος για την απαγόρευση της χρήσης δημοσίως θρησκευτικών συμβόλων όπως η μαντίλα, η μπούργκα, η kippa. Η απαγόρευση γίνεται κανόνας και όχι εξαίρεση. Εκεί έρχονται οι νεαρές μαθήτριες που μένουν πιστές στις επιταγές της συνείδησής του να πρέπει να επιλέξουν ή να φοιτήσουν στα ελάχιστα κορανικά σχολεία ή να οδηγηθούν εκτός εκπαιδευτικού συστήματος. Επίσης, αν υποθέσουμε πως για την ομαλότερη λειτουργία δημιουργούνταν περισσότερα κορανικά σχολεία, τότε το αποτέλεσμα θα ήταν η δημιουργία εκπαιδευτικών γκέτο. Από την άλλη πλευρά το παράδειγμα μιας κατεξοχήν μουσουλμανικής χώρας όπως η Τουρκία όπου απαγορεύεται η χρήση της μαντίλας στα πανεπιστήμια, μας υποδεικνύει την έκρυθμη κατάσταση. Για τις περισσότερες γυναίκες, η εκπαίδευση σταματά στο σχολείο καθώς φορούν μαντίλα οπότε δεν έχουν πρόσβαση στην ανώτατη ενώ τελευταία κάποιες πιο ριψοκίνδυνες, αναγκάζονται να φορούν τη μαντίλα και από πάνω πλούσιες μακριές περούκες που την κρύβουν έτσι ώστε να εισέρχονται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα απρόσκοπτα.
Η μαντίλα ως θρησκευτική υποχρέωση γίνεται κατανοητή ως μια συγκεκριμένη ερμηνεία του Κορανίου για τη σεμνότητα και αποτελεί επιλογή για τις μουσουλμάνες και όχι σύμβολο υποταγής στον ανδρικό πληθυσμό και κατωτερότητας. Ταυτόχρονα στο άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, αναγνωρίζεται όχι μόνο το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία της πίστης, αλλά και της άσκησής της, της δημόσιας εκδήλωσής της ατομικά ή ομαδικά.
Το ερώτημα είναι πού αρχίζουν και που τελειώνουν τα όρια της επιβολής ενός νόμου που απαγορεύει την έκφραση μέσω συμβόλων; Τι κοινωνικές επιπτώσεις μπορεί να έχει για τις μειονότητες; Κατά πόσον ο «α-θρησκευτικός» χαρακτήρας ενός συστήματος γίνεται «αντί-θρησκευτικός» ; και εν τέλει, τα θρησκευτικά αυτά σύμβολα που αποτελούν τρόπο έκφρασης εκατομμυρίων πιστών είναι σύμβολά επιβολής ή επιλογής; Γιατί, για ποια δικαιώματα του ανθρώπου μιλάμε όταν κάποιοι στερούνται το βασικό, αυτό της ελευθερίας την έκφρασης;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου